Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Στα Δολιανά

Περιφορά των εικόνων στο χωριό του παππού Παπαθανάση
Το πανηγύρι στα Δολιανά είναι κάτι μαγικό. Αν και απεχθάνομαι τη φασαρία και τα μεγάφωνα, εκεί τα πράγματα είναι αλλιώς.

Θέλεις το γεγονός ότι το δυσπρόσιτο αυτό Ευρυτανικό χωριό είναι το μέρος όπου γεννήθηκε, έζησε ένα μέρος της ζωής του, και ιερούργησε ο παππούς μου ο Παπαθανάσης; Θέλεις το ότι υπάρχει ακόμα, έστω και μισογκρεμισμένο, το σπίτι του; Θέλεις ότι το χωριό είναι
Μετά την εκκλησία όλοι έτοιμοι στη πλατεία για το πανηγύρι
                                     συνυφασμένο στη λογική μου με το Πανταβρέχει;
Ίσως όλα αυτά μαζί ή και κάποια ακόμα, να είναι οι λόγοι που με
    κάνουν να περιμένω τη γιορτή του Άι λιός για να πάω στα Δολιανά, σαν προσκυνητής και σαν  επισκέπτης.
Το τελετουργικό είναι σχεδόν πάντα το ίδιο. 

Μετά το φαγητό το φρούτο
Μετά την εκκλησία κάνουμε περιφορά των εικόνων γύρω της και στη συνέχεια, αφού έρθει κι ο Παπανίκος από τα τρισάγια στο κοιμητήριο, αρχίζει το πανηγύρι. Αρχικά ο έχων το γενικό πρόσταγμα αναφέρει τους παρόντες, τους ευεργέτες, τους δικαιολογημένα απόντες και τα χαιρετίσματα από τους ξενιτεμένους. Μετά αρχίζουν τα κεράσματα, ένας ωραίος τρόπος να μαζευτούν λεφτά για το σύλλογο. Σχεδόν όλοι οι παρευρισκόμενοι δίνουν χρήματα, για να κεραστεί τσίπουρο η ομήγυρη. Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Μουσική, φαγητό, γλέντι. Όλα κερασμένα από το χωριό. Κοκορέτσια, ποτά, ψητά αρνιά. Το μεσημέρι γίνεται και η λαχειοφόρος αγορά, με ότι προϊόντα παράγει το χωριό. Πέστροφες, τσάι, ρίγανη, τυριά, μέλι και ένα ζωντανό κατσίκι (
σου βαστάει η καρδιά σφάξτο ).
Το κέφι, τα πειράγματα μεταξύ των γνωστών και η γενική ευθυμία είναι  διάχυτα παντού. Όλοι θυμούνται παλιές ιστορίες και συμβάντα, που μεγαλόφωνα τα αναφέρουν, πότε περιπαιχτικά για κάποιον, πότε με νοσταλγία. 
Ο καλλιτέχνης
Αργά το απόγευμα, κάτι ο ανελέητος ήλιος που πυρώνει τα πάντα, κάτι το ποτό και η κούραση, αρχίζουν να φυλλορροούν τη σύναξη και να αφήνουν τους πλέον μερακλήδες να κάνουν τα χορευτικά τους τσαλιμάκια, χωρίς κοινό.
Έτσι το μόνο που απομένει είναι να αρχίσει ο επίπονος - στην κυριολεξία - δρόμος της επιστροφής, μιας και η κακοτράχαλη ανηφόρα της Καλιακούδας αποδεικνύεται καταστροφική για τα αυτοκίνητα και τη διάθεση των πανηγυριωτών.  

Η γενική αίσθηση όμως τελικά παραμένει θετική και οι εντυπώσεις καλά αποτυπωμένες στη μνήμη. Έτσι δεν μένει παρά να κάνω μία πρόταση - αυτό δα έλειπε να μην γκρινιάξω.

- Θεωρώ τα μικρόφωνα και τα μεγάφωνα τελείως περιττά και αντιαισθητικά, τη στιγμή μάλιστα που όλοι οι παρευρισκόμενοι αναπολούν τις όχι και τόσο μακρινές ημέρες που το πανηγύρι γινόταν ''με το στόμα''.  Όλοι μαζί, άλλος λίγο άλλος πολύ, τραγουδάγανε και όλοι μαζί χορεύανε σε ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο πανηγύρι.
... και γ@μώ τα κλαρίνα, που λέει ο λόγος




















Το δώρο του 1ου λαχνού της λαχειοφόρου




















1 σχόλιο:

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Φίλε μου με συγκίνησες με το αφιέρωμά σου στα Δολιανά. Για τον εξής λόγο: Έτυχε, πριν από χρόνια, να περάσω ένα φθινοπωρινό απόγευμα κατά τη διάρκεια μιας περιπετειώδους ανάβασης προς την Καλιακούδα. Το χωριό ήταν εντελώς έρημο! Πραγματικά δεν υπήρχε ψυχή. Κυριαρχούσε μια απόκοσμη σιωπή σε ένα τόπο τραχύ με το δυσπρόσιτο βουνό να απλώνει τη σκιά του ακριβώς από πάνω. Τα Δολιανά, μια κουκίδα στην απεραντοσύνη. Θυμάμαι, ανέβηκα τα σκαλοπάτια και στη μικρή υπερυψωμένη πλατεία κοντοστάθηκα μπροστά στην προτομή του παπα-Βαστάκη, ο οποίος ήταν και δάσκαλος, που κάηκε ζωντανός από τους φασίστες κατακτητές το 1942, αν δε με απατά η μνήμη μου.

Τώρα, μετά τόσο καιρό, διαβάζω το ωραίο κείμενό σου που αποπνέει ζωή κέφι και παρουσίες στο ίδιο ακριβώς χωριό. Μια νότα αισιοδοξίας -που ίσως κρατά λίγο έως ότου επανέλθει και πάλι η μελαγχολική σιωπή- αλλά που υπενθυμίζει ότι δεν έσβησαν όλα εδώ. Υπάρχει το κερί της μνήμης και κάποιοι φροντίζουν να το κρατούν αναμμένο όποτε και όπως μπορούν. Να είσαι καλά.

Με εκτίμηση

"Ευρυτάνας Ιχνηλάτης"